Ερώτηση 3

Με το νομοθετικό διάταγμα της 28/6/2012 αρ. 111 (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2009/20/ΕΕ σχετικά με την ασφάλιση των πλοιοκτητών για ναυτικές απαιτήσεις) θεσπίστηκε η υποχρεωτική ασφάλιση για ναυτικές απαιτήσεις όλων των πλοίων με ιταλική σημαία και των πλοίων με αλλοδαπή σημαία, βάρους ίσου ή μεγαλύτερου των 300 τόνων που εισέρχονται στα λιμάνια ή διέρχονται των ιταλικών χωρικών υδάτων. Το διάταγμα αυτό εισήγαγε την υποχρέωση ασφάλισης έναντι της ευθύνης του πλοιοκτήτη για τις εξής ναυτικές απαιτήσεις: α) απαιτήσεις λόγω θανάτου, σωματικής βλάβης, απώλειας, ή ζημίας σε αγαθά, συμπεριλαμβανομένων των ζημιών σε λιμενικά έργα και διαύλους ναυσιπλοΐας, οι οποίες προκύπτουν εν πλω ή σε άμεση σχέση με τη λειτουργία του πλοίου ή με εργασίες διάσωσης και παρεπόμενες ζημίες, β) απαιτήσεις από ζημίες λόγω καθυστερήσεων κατά τη θαλάσσια μεταφορά εμπορευμάτων, επιβατών ή των αποσκευών τους, γ) απαιτήσεις από άλλες ζημιές που προκαλούνται από λοιπές παραβάσεις εκτός της συμβάσεως και οι οποίες σχετίζονται άμεσα με τη λειτουργία του πλοίου ή με εργασίες διάσωσης, δ) απαιτήσεις σχετικές με την ανέλκυση, διάλυση ή εργασίες που διενεργήθηκαν ούτως ώστε να καταστεί αβλαβές πλοίο που βυθίστηκε, ναυάγησε, προσάραξε ή εγκαταλείφθηκε συμπεριλαμβανομένων όλων των πραγμάτων που βρίσκονταν σε αυτό το πλοίο, ε) απαιτήσεις σχετικές με την καταστροφή ή με εργασίες που διενεργήθηκαν ούτως ώστε το φορτίο του πλοίου να καταστεί αβλαβές, στ) απαιτήσεις τρίτων, οι οποίοι μολονότι μη φέροντες ευθύνη έλαβαν μέτρα για την πρόληψη και τον περιορισμό των επιζήμιων συνεπειών που αναφέρονται υπό α) έως ε), και απαιτήσεις από τις ζημίες που προκλήθηκαν από τα μέτρα αυτά.

Επομένως με το ανωτέρω νομοθετικό διάταγμα, προβλέφθηκε ότι οι ιδιοκτήτες μεγάλων πλοίων οφείλουν να ασφαλιστούν έναντι της «εφοπλιστικής ευθύνης» τους, δηλαδή έναντι της ευθύνης τους λόγω της διαχείρισης και της λειτουργίας του πλοίου. Η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει ζημίες λόγω θανάτου ή σωματικής βλάβης, απώλειας ή καταστροφής αγαθών, κάθε είδους ζημίες των επιβατών ή των αποσκευών τους, έξοδα απομάκρυνσης κτλ. Εκτός από την υποχρέωση ασφάλισης που επιβλήθηκε με το ανωτέρω διάταγμα, λόγω της φύσης των απαιτήσεων και της σύνδεσής τους με ένα συγκεκριμένο πλοίο, στους δικαιούχους των απαιτήσεων αυτών αναγνωρίζεται προνόμιο, δηλαδή αναγνωρίζεται το δικαίωμα προνομιακής ικανοποίησης των απαιτήσεών τους έναντι των λοιπών δανειστών σε περίπτωση διανομής του τιμήματος αναγκαστικής εκποίησης. Πρόκειται για ειδικό προνόμιο το οποίο υπερισχύει κάθε βάρους και κάθε άλλου προνομίου, γενικού ή ειδικού, το οποίο τυχόν προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο.

Ωστόσο υπάρχουν σημαντικοί παράγοντες, τους οποίους θα πρέπει να λάβει υπόψη όποιος επιδιώκει να εγείρει αστικές αξιώσεις προσδοκώντας την προνομιακή ικανοποίησή του και την ταχεία είσπραξη των απαιτήσεών του από την ασφάλεια.

Καταρχήν δεν αναμένεται ταχεία επίλυση της διαφοράς. Στην περίπτωση του Concordia, οι ιδιότητες του πλοιοκτήτη και του εκμεταλλευόμενου το πλοίο συνέπιπταν στο πρόσωπο της ίδιας εταιρίας, της CostaCrociere, ενώ στην προκείμενη περίπτωση υπάρχουν δύο διαφορετικές εμπλεκόμενες εταιρίες και άρα δύο διαφορετικές ασφαλιστικές εταιρίες. Το πλοίο έχει έναν ιδιοκτήτη, την πλοιοκτήτρια εταιρία VisemardiNavigazione, αλλά τη στιγμή του συμβάντος, το επιβατηγό πλοίο δεν λειτουργούσε για λογαριασμό της ιταλικής πλοιοκτήτριας εταιρίας, αλλά είχε ναυλωθεί στην ελληνική εταιρία AnekLines, για λογαριασμό της οποίας μετέφερε αγαθά και επιβάτες μεταξύ Ιταλίας και Ελλάδας. Αυτό το στοιχείο δημιουργεί μια πρώτη αμφιβολία σχετικά με την εταιρία (και κατ’ επέκταση την ασφαλιστική εταιρία) η οποία θα πρέπει να καταβάλει τις αποζημιώσεις.

Επιπλέον, πρέπει να εξακριβωθούν οι αιτίες της πυρκαγιάς στο NormanAtlantic, δηλαδή θα πρέπει να υπάρξει κάποια έκθεση πραγματογνωμόνων που να εξακριβώσει κατά πόσον η πυρκαγιά προκλήθηκε από κάποια δομική ανεπάρκεια του πλοίου – για την οποία ευθύνεται ο πλοιοκτήτης – ή από κάποια εσφαλμένη εμπορική πρακτική, όπως π.χ. το διαπιστωμένο overbookingή η τοποθέτηση των οχημάτων στο πλοίο.[1] Συνεπώς, θα είναι δύσκολος και χρονοβόρος ο ακριβής προσδιορισμός της εταιρίας και του ασφαλιστή που οφείλει να καταβάλει τις αποζημιώσεις. Οπωσδήποτε οι ασφαλιστικές εταιρίες της πλοιοκτήτριας εταιρίας και της ΑΝΕΚ θα προσπαθήσουν με κάθε τρόπο να επιρρίψουν τις ευθύνες του ατυχήματος και άρα την ευθύνη καταβολής αποζημιώσεων στο άλλο μέρος. Από τη μια πλευρά θα είναι η ασφαλιστική εταιρία της πλοιοκτήτριας εταιρίας, η οποία σύμφωνα με τους Lloyd’s, είναι ασφαλισμένη για το σκάφος και το μηχανοστάσιο του πλοίου στην εταιρία SIATσυνεπικουρούμενη από την GENERALIενώ για τις αστικές αξιώσεις τρίτων στον νορβηγικό Όμιλο P&IGard. Από την άλλη πλευρά θα είναι η ναυλώτρια εταιρία, ΑΝΕΚ Lines, η οποία λογικά πρέπει να έχει κάλυψη της ευθύνης του ναυλωτή από άλλη ασφαλιστική εταιρία, μέλος Ομίλου P&I.

Περαιτέρω, εάν τα αδικήματα που διερευνώνται τελέστηκαν με δόλο, θα υπάρξει οπωσδήποτε υπέρβαση της ασφαλιστικής κάλυψης. Τέτοιος κίνδυνος ενδέχεται να υπάρξει ακόμη και στην περίπτωση της αμέλειας. Επομένως, η ασφαλιστική εταιρία δεν θα προχωρήσει σε πληρωμή εάν δεν υπάρξει πλήρης επιβεβαίωση, μέσω της ποινικής διαδικασίας, της ευθύνης από δόλο ή αμέλεια των κατηγορουμένων, των αιτίων της πυρκαγιάς, του κατά πόσο αυτές οφείλονται σε πλημμελή λειτουργία του πλοίου ή σε πλημμέλειες της ΑΝΕΚ.

Συμπερασματικά, στο πλαίσιο της δικαστικής διαμάχης μεταξύ πλοιοκτήτη και ναυλωτή, και των ασφαλιστικών εταιριών τους, λαμβάνοντας υπόψη το ύψος των αποζημιώσεων, το δικαίωμα των επιβατών για αποζημίωση έρχεται αντιμέτωπο με την αβεβαιότητα ως προς τον υπόχρεο καταβολής της αποζημίωσης.

Επομένως, επανερχόμαστε στα πλεονεκτήματα της ποινικής διαδικασίας.

[1] Η AnekLinesεκδίδοντας τα εισιτήρια, σύναψε συμβάσεις μεταφοράς και κατά συνέπεια φέρει ευθύνη δυνάμει της συμβάσεως μεταφοράς για κάθε βλάβη των αγαθών που μεταφέρονταν, των φορτηγών και του περιεχομένου τους, δηλαδή για τις υλικές ζημιές. Η ασφαλιστική της εταιρία οπωσδήποτε θα θέσει θέμα ευθύνης του πλοιοκτήτη και της ασφαλιστικής του εταιρίας, δηλαδή των Ομίλων  P&I, που ασφαλίζουν τον πλοιοκτήτη έναντι παντός είδους ευθύνης του, προκειμένου να μπλοκάρει την καταβολή αποζημιώσεων: η ελληνική εταιρία θα μπορούσε να ισχυρισθεί ότι το πλοίο δεν βρισκόταν σε άριστη κατάσταση. Για να το αποδείξει θα πρέπει να επικαλεστεί τις ελλείψεις που είχε αναδείξει η τελευταία επιθεώρηση του πλοίου. Ο πλοιοκτήτης και οι ασφαλιστές του θα αντιτάξουν ότι το πλοίο ήταν σε άριστη κατάσταση από άποψη ασφάλειας και ικανότητας πλεύσης, δεδομένου ότι οι λιμενικές αρχές, κατά την τελευταία επίσκεψή τους στο πλοίο, δεν αποφάσισαν να απαγορεύσουν τον απόπλου του, αναγνωρίζοντας κατά συνέπεια την πλήρη και αποτελεσματική λειτουργικότητά του.  Θέλοντας να προκαλέσει ακόμη μεγαλύτερη σύγχυση, ο πλοιοκτήτης θα μπορούσε να επικαλεστεί τη διαδικασία πρόσδεσης των οχημάτων – η οποία επιβλέπεται από τις λιμενικές αρχές – και τοποθέτησής τους στο γκαράζ, το μέγεθος του φορτίου, η έγκριση του οποίου γίνεται μετά από μια περίπλοκη διαδικασία από τη γέφυρα του πλοίου (το πιλοτήριο) κτλ. Από την άλλη πλευρά, εάν αποδειχθεί ότι αιτία της πυρκαγιάς ήταν η εσφαλμένη τοποθέτηση του φορτίου, η ΑΝΕΚ θα μπορούσε να επικαλεστεί ευθύνη του πλοιοκτήτη, επειδή ο σχετικός εξοπλισμός παρασχέθηκε από τη Visemar. Λαμβάνοντας υπόψη το αναμφισβήτητο δικαίωμα των θυμάτων για αποζημίωση και το ενδεχόμενο ύψος των αποζημιώσεων, είναι βέβαιη η έντονη δικαστική διαμάχη μεταξύ των δύο εταιριών και των ασφαλιστών τους.