Ερώτηση 7

Σύμφωνα με τους ιταλικούς νόμους, αναγνωρίζονται τα ακόλουθα είδη ζημίας: η βιολογική (βλάβη της υγείας, ως ψυχοσωματικής ολότητας), η υπαρξιακή (που περιλαμβάνει τη βλάβη της εξέλιξης των σχέσεων του ατόμου), η γονεϊκή (βλάβη των σχέσεων στο εσωτερικό της οικογένειας) και η ηθική (προσωπικός πόνος), ομού με την περιουσιακή ζημία για απώλεια αποσκευών, κλπ. Υπάρχουν πίνακες υπολογισμού που, με βάση το ποσοστό της μόνιμης βλάβης, υπολογίζουν – σύμφωνα και με την ηλικία του ατόμου – το βαθμό της βιολογικής βλάβης που χρησιμεύει ως βάση υπολογισμού για την εκτίμηση όλων των άλλων ειδών ζημίας. Οι ειδικοί και οι τεχνικές εκθέσεις είναι πολύ σημαντικοί παράγοντες για το ύψος της αποζημίωσης που μπορεί κανείς να ελπίζει ότι θα λάβει. Για τους επιβάτες του Concordia, οι οποίοι είχαν αναφέρει μόνον Μετα-Τραυματική Διαταραχή (δηλαδή χωρίς σωματικές βλάβες), οι ιατρικοί μας σύμβουλοι[1] βεβαίωσαν μόνιμη βιολογική βλάβη εκτιμώμενη μεταξύ 25 και 30%, με αποτέλεσμα το ελάχιστο ποσό της ζημίας να υπολογιστεί με βάση εκκίνησης τις 100.000 Ευρώ και άνω, ενώ στη συνέχεια υπολογίστηκαν και τα άλλα είδη ζημίας και οι εκάστοτε περιστάσεις.

 Περαιτέρω, στην περίπτωση του ΝΑ υπάρχουν λόγοι να ζητήσουμε νομίμως και μια πρόσθετη αποζημίωση ποινικής φύσεως, διαφορετικής από την αμιγή αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν οι αιτούντες την κατάσχεση και η οποια, υπ’ αυτήν την έννοια, θα λειτουργούσε ως εκ της φύσεώς της υποστηρικτικά στην ανάγκη λήψης ασφαλιστικών μέτρων. Η αποζημίωση ποινικής φύσεως συνίσταται στην αξίωση για καταβολή αποζημίωσης ανάλογης με τη σπουδαιότητα των γεγονότων και τη συμπεριφορά των κατηγορουμένων, λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι τόσο η πλοιοκτήτρια εταιρία όσο και αυτή που διαχειριζόταν το πλοίο, αντί να εξασφαλίσουν την ασφάλεια των επιβατών και την αρτιότητα του εξοπλισμού διάσωσης, ενήργησαν με σκοπό την εξοικονόμηση χρημάτων και την επίτευξη εμπορικού κέρδους, σε βάρος υπέρτερων συμφερόντων που προστατεύονται από τον νόμο, δηλαδή της ασφάλειας των δημοσίων θαλάσσιων συγκοινωνιών. Επίσης, κατά τη διάρκεια του κινδύνου, το πλήρωμα δεν προσέφερε στους επιβάτες τη βοήθεια που απαιτούνταν προκειμένου να έχουν μια ομαλή διάσωση. Επιπλέον, έχει ήδη επιβεβαιωθεί το φαινόμενο του overbooking, πράγμα που αποδεικνύει τη βαρύτητα της εμπορικής – εγκληματικής πολιτικής της εταιρίας που επέλεξε να προστατεύσει και διασφαλίσει το κέρδος της (νοθεύοντας τα έγγγραφα του πλοίου, ταξιδεύοντας χωρίς την παρουσία ιατρού και χωρίς διπλή πιστοποίηση), προτάσσοντας δηλαδή τα οικονομικά συμφέροντά της εις βάρος των επιβατών. Σήμερα πια είναι σαφές ότι η διάσωση των 500 και πλέον επιβατών οφείλεται περισσότερο στην τύχη, εξαιτίας του δυνατού ανέμου που απομάκρυνε τον καπνό αποτρέποντας το θάνατο των επιβατών που βρίσκονταν στα ανώτερα καταστρώματα από ασφυξία, και όχι στην ικανότητα του πληρώματος ή των επαγγελματιών στους οποίους είχε ανατεθεί η διάσωση των επιβατών ή/και στα μέσα αποτροπής κινδύνου ή/και διάσωσης, τα οποία έπρεπε μεν να υπάρχουν, πλην όμως ήταν ανεπαρκή και αναποτελεσματικά. Η μη λειτουργία του γενικού συναγερμού και το γεγονός ότι δεν υπήρξε καμία προετοιμασία για την εγκατάλειψη του πλοίου, καθώς επίσης και η έλλειψη ορθής διαχείρισης της κατάστασης εκ μέρους του προσωπικού και των αξιωματικών του ΝΑ σύμφωνα με τους κανόνες και την εκπαίδευσή τους, διαμορφώνουν μια εικόνα βαρύτατης ευθύνης για την μη προστασία των επιβατών, δεδομένου ότι η περισυλλογή των επιβατών και των μελών του πληρώματος από τα σημεία συγκέντρωσης προς επιβίβαση στις σωστικές λέμβους – χωρίς να επιβεβαιωθεί ότι ήταν παρόντες όλοι οι επιβάτες προκειμένου να επιβιβαστούν σε αυτές –  πραγματοποιήθηκε καθυστερημένα και χωρίς την απαιτούμενη πειθαρχία και συντονισμό.

 Υπ’ αυτήν την έννοια, προαναγγέλουμε στους επιβάτες ή, εν πάση περιπτώσει στους πελάτες μας, τη δυνατότητα αξίωσης αποζημίωσης ποινικής φύσεως, κάνοντας μια εκτίμηση της ζημίας κατ’ εξαίρεση από τον (άγραφο) κανόνα που ισχύει στη δική μας νομοθεσία και ο οποίος προβλέπει ότι το ύψος της αποζημίωσης πρέπει να είναι αμιγώς αποκαταστατικής φύσεως, και έχοντας τη δυνατότητα (σύμφωνα με τους σκοπούς της δημόσιας τάξης και της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων[2]) να αυξήσουμε πολύ την αποζημιωτική ευθύνη των κατηγορουμένων προς όφελος των πελατών μας. Επισημαίνουμε δε ότι αυτό το αίτημα υπεβλήθη από εμάς στην υπόθεση του Concordiaαλλά και σε άλλες ποινικές υποθέσεις, ωστόσο δεν εφαρμόζεται γενικώς από τα ιταλικά δικηγορικά γραφεία τα οποία δεν αξιοποιούν αυτή τη δυνατότητα. Αντιθέτως, κατά τη γνώμη μας, προϊόντος του χρόνου αφενός μεν αναγνωρίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Ιταλίας ως αρχή που διέπει το δίκαιό μας και είναι σύμφωνο με πάγια νομολογία που διαπιστώνει τη νομιμότητα αυτής της αξίωσης[3], και αφετέρου επιδικάστηκε με αποφάσεις που έκριναν επί της ουσίας[4] της υποθέσεως.

 ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΣΤΗ ΖΗΜΙΑ ΕΚ ΤΗΣ ΜΕΤΑ-ΤΡΑΥΜΑΤΙΚΗΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΗΣ, σε περιπτώσεις παρόμοιες με αυτήν του ναυαγίου Concordia(π.χ. την περίπτωση της πυρκαγιάς σε μια βιομηχανική εγκατάσταση στο Τορίνο που ανήκε στην κυριότητα της Thyssenkrupp), η αποζημίωση που αναγνωρίστηκε από το ποινικό δικαστήριο στους επιβιώσαντες της πυργκαγιάς ΧΩΡΙΣ ΣΩΜΑΤΙΚΕΣ ΒΛΑΒΕΣ ανέρχεται στο ποσό των 27.000 Ευρώ (με αναγνώριση βιολογικής ζημίας λόγω Μετα-τραυματικής Διαταραχής σε ποσοστό 5%), 50.000 Ευρώ (10%), 90.000 Ευρώ (18%), 150.000 Ευρώ (25%), 180.000 Ευρώ (25%). Πρέπει να σημειωθεί ότι αυτή η απόφαση εκδόθηκε το 2011 και επίσης ότι τα ποσά του πίνακα υπολογισμού της βιολογικής ζημίας αυξήθηκαν τον Ιούλιο του 2014.

 Στην περίπτωση του Concordia, ως προελέχθη, τα ποσοστά της Μετα-Τραυματικής Διαταραχής που βεβαιώθηκαν στις τεχνικές εκθέσεις, διαμόρφωσαν ποσά αποζημίωσης από 100.000 έως 300.000 Ευρώ.

 Η εμπειρία των επιβατών του ΝΑ δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί πολύ πιο δραματική και σοβαρή, κατ΄αρχάς λόγω της παρατεταμένης παραμονής σε συνθήκες εξαιρετικά ακραίες από ψυχο-φυσική άποψη[5], ακόμα και για 72 ώρες και, επιπλέον, λόγω της έκθεσής τους σε παράγοντες ακραίου άγχους και φόβου για τις φλόγες και τον πυκνό καπνό, την αίσθηση εγκατάλειψης, τις σκηνές θανάτου στις οποίες εν πολλοίς ήταν παρόντες όλοι οι επιβάτες και, τέλος, τον φόβο του θανάτου τόσο για τους ίδιους όσο και για τα μέλη της οικογένειάς τους. Όλες αυτές οι συνθήκες είναι πραγματικά ανυπόφορες και ασυνήθιστες και βγάζουν στην επιφάνεια τις χειρότερες πλευρές της ανθρώπινης φύσης[6].

 Η κατάσταση της υγείας όλων των επιβατών και ειδικότερα η εύθραυστη ψυχολογική τους κατάσταση λόγω της τραυματικής εμπειρίας τους, είναι προφανές ότι δεν θα τους επιτρέψει να επανέλθουν στις υποχρεώσεις και στην καθημερινότητά τους, λόγω της αδυναμίας τους να διαχειριστούν τις διαταραχές ψυχιατρικής φύσεως που έχουν ήδη εκδηλωθεί και που θα επηρεάσουν την ικανότητά τους να επανέλθουν στις φυσιολογικές τους δραστηριότητες.

 Μπορούμε λοιπόν να εκτιμήσουμε και να υπολογίσουμε βασίμως μια νόμιμη αξίωση αποζημίωσης της υφιστάμενης βλάβης, της τάξεως των 300.000 Ευρώ για κάθε έναν από αυτούς – η οποία είναι συντηρητική εκτίμηση προς τα κάτω, ενώ η μόνιμη βλάβη της υγείας περιλαμβάνει και τη δυνατότητα προς εργασία.

[1] Η ομάδα μας έχει τη συνδρομή του Καθηγητή DeGirolamo, ειδικού στη βλάβη λόγω Μετατραυματικής Διαταραχής, ο οποίος βοήθησε τους περίπου 100 επιβάτες του Concordia, συντάσσοντας έγγραφη τεχνική έκθεση και ο οποίος εμφανίστηκε ως σύμβουλος στην ποινική διαδικασία στο ακροατήριο, με αμοιβή μόνο 500 Ευρώ και κάνοντας εξαιρετική δουλειά. Άλλοι δικηγόροι, εκτός της ομάδας μας, επικαλέστηκαν βλάβη λόγω Μετα-Τραυματικής Διαταραχής με πιο αόριστο και λιγότερο αξιόπιστο τρόπο.

[2] Υπ’ αυτήν την έννοια, έχοντας τις ρίζες του στο δίκαιο των ΗΠΑ αλλά έχοντας αναγνωριστεί και από το δικό μας δικαιικό σύστημα, τόσο σε επίπεδο νομοθετικής διάταξης (π.χ. άρθρο 709 τρις του Κ.Πολ.Δικ.) όσο και σε επίπεδο νομολογίας, επιτελεί τουλάχιστον δύο πρόσθετες λειτουργίες: κατ’ αρχάς, ως προελέχθη, υπάρχει η ιδιαίτερη κοινωνική απαξία της συμπεριφοράς (παράλειψης) μιας εταιρίας που βρισκόταν σε ιδιαίτερα ανθηρή περίοδο (οι κρουαζιέρες είχαν επικρατήσει ως μοντέλο διακοπών σε όλα τα κοινωνικά επίπεδα) και, συνεπώς, οι αποζημιώσεις πρέπει να είναι παραδειγματικές, δηλαδή το ύψος της αποζημίωσης πρέπει να συνιστά την απάντηση της έννομης τάξης ανάλογα με τον βαθμό της παρανομίας και τη βαρύτητα της συμπεριφοράς. Από την άλλη μεριά, πρέπει να αποθαρρύνονται και οι υπόλοιποι από την υιοθέτηση συμπεριφοράς ανάλογης απαξίας (προληπτική και αποτρεπτική λειτουργία). Για όλους αυτούς τους λόγους, θεωρούμε ότι ο δικαστής που θα κληθεί να αποφασίσει επί της αποζημιωτικής αξιώσεως, δεν μπορεί παρά να λάβει υπ’ όψιν του τα ανωτέρω, προκειμένου να αποτρέψει ζημιογόνα γεγονότα τέτοιας βαρύτητας και τέτοιου βαθμού αντίθεσης στα πιο βασικά δικαιώματα του ανθρώπου. Επομένως, κατά τον υπολογισμό της ζημίας δεν μπορεί παρά να ληφθεί υπ’ όψιν η βαρύτητα της συμπεριφοράς της άλλης πλευράς, και η αγνόηση των προβλέψιμων συνεπειών της για την ασφάλεια των επιβατών. Πρέπει επομένως, αν θέλουμε να έχουμε μια ισορροπημένη κατανομή ανάμεσα στην τιμωρητική και την αποκαταστατική λειτουργία της αποζημίωσης, να βρεθεί μια ισορροπία ανάμεσα στην αποκατάσταση και στη ζημία που πράγματι υπέστη το θύμα εκ της συμπεριφοράς του ζημιώσαντος. Πρέπει να θυμόμαστε ότι υπάρχει η αποτρεπτική, αποθαρρυντική και προληπτική λειτουργία της αστικής ευθύνης, από την οποία δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να παρεκλίνουμε. Προκειμένου να κινηθούμε προς αυτήν την κατεύθυνση, πρέπει να διαμορφωθεί μια δομή αστικής ευθύνης κατάλληλη να προσδιορίσει επαρκώς το παράνομο της ζημίας, τα κριτήρια απόδοσης ευθύνης και τα διάφορα είδη ζημίας. Επομένως η αποζημίωση δεν χρειάζεται κατ’ ανάγκην να συμπίπτει με τη ζημία που υπέστη ο παθών και μπορεί να υπερβαίνει το ποσό αυτής.

[3] Σε διάφορες αποφάσεις του το Ακυρωτικό Δικαστήριο αναγνώρισε ρητώς τη δυνατότητα αποκατάστασης της βλάβης μέσω καταβολής αποζημίωσης για μη περιουσιακή ζημία και επί τη βάσει της βαρύτητας της συμπεριφοράς του υπόχρεου: «Η δίκαιη αποζημίωση της μη περιουσιακής ζημίας που είναι απότοκος της παράνομης πράξης, πρέπει να λαμβάνει υπ’ όψιν τη βαρύτητα της ποινικής συμπεριφοράς και όλα τα επιμέρους στοιχεία της συγκεκριμένης υπόθεσης, προκειμένου να καταβάλλεται η αποζημίωση που είναι κατάλληλη για κάθε περίπτωση. Αυτό σημαίνει ότι ο προσδιορισμός, εκ μέρους του δικαστή της ουσίας, του ποσού που οφείλεται για αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ως τμήμα του ποσού που αναγνωρίζεται για την αποζημίωση της βιολογικής ζημίας, δεν είναι perseμη νόμιμος, υπό την προϋπόθεση ότι λαμβάνονται υπ’ όψιν οι ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης περίπτωσης και ότι γίνεται η απαραίτητη υπαγωγή στη συγκεκριμένη περίπτωση, χωρίς η αποκατάσταση της ζημίας να υπόκειται σε αμιγώς αυτοματοποιημένους τρόπους».  (ex plurimis Ακυρωτ. Αστικό, Sez. III, 25 Μαϊου 2004, αρ. 10035).

[4] Μία από τις πιο σημαντικές είναι αυτή του Δικαστηρίου του Μιλάνου του Δικαστή DamianoSpera (ενός εκ των «πατέρων» των «πινάκων αποζημίωσης του Μιλάνου»), η οποία επιδίκασε στον πρώην ποδοσφαιριστή BoboVieriτο ποσό του ενός εκατομμυρίου Ευρώ ως αποζημίωση μόνο για το άγχος και την ανησυχία που ένιωσε όταν έμαθε για την παράνομη έρευνα που διεξήγαγε ο εργοδότης του και για την παράνομη παρακολούθηση του τηλεφώνου του, η οποία είχε σαν αποτέλεσμα την «ανησυχία του για την πιθανή κοινοποίηση των προσωπικών δεδομένων του». Επίσης, αυτή η δικαστική απόφαση επισημαίνει ακόμα μια φορά τη σημασία που αποδίδεται στη γνώση, εκ μέρους του θύματος, της βαρύτητας της άδικης συμπεριφοράς που υφίσταται («η ηθική βλάβη επιτείνεται από τη συμπεριφορά που υπέστη ο παθών»). Επίσης, το Δικαστήριο του Μιλάνου εφάρμοσε όλα τα απαραίτητα κριτήρια για να καταλήξει στην κρίση ότι η αποκατάσταση της μη περιουσιακής ζημίας πρέπει να είναι τέτοια ώστε να συνιστά παραδειγματική τιμωρία της ιδιαίτερα ανήθικης συμπεριφοράς, έτσι ώστε να αποθαρρύνει αυτή τη συμπεριφορά. Είναι λοιπόν προφανές ότι, τόσο στην τραγωδία του CostaConcordia όσο και, πολλώ δε μάλλον, σε αυτήν του ΝΑ, οι διασωθέντες του ναυαγίου έζησαν μια εμπειρία πολύ πιο τραγική και πολύ μεγαλύτερου ψυχολογικού στρες από αυτήν του πρώην ποδοσφαιριστή που υπέστη την παράνομη παρακολούθηση των τηλεφωνημάτων του.

[5] Οι συνθήκες επιβίωσης στο κρύο και τον αέρα μετά από πολλές ώρες παραμονής σε εξωτερικό χώρο μπορούν να χαρακτηριστούν ακραίες, αφού όχι μόνον το κρύο ήταν αφόρητο αλλά, επίσης, όποιος ήταν στη γέφυρα βρεχόταν από το νερό κατάσβεσης της πυρκαγιάς και επιπλέον απειλούνταν από τον καπνό και τις φλόγες.

[6] Υπήρξε η πληροφορία, η οποία επιβεβαιώθηκε από τους πελάτες μας, ότι οι επιβάτες ήταν παρόντες σε σκηνές τρόμου, πανικού και βίας άνευ προηγουμένου, με ενήλικες άνδρες που, φοβούμενοι ότι θα πεθάνουν, έσπρωχναν γυναίκες και παιδιά για να ανεβούν πρώτοι στα καλάθια των ελικοπτέρων και χτυπούσαν τους διασώστες που προσπαθούσαν να τους απομακρύνουν.